Γυναίκα, όταν ήμουν 12 ετών…
Στα 12 με πήγαν οι γονείς μου σε ιδιώτη ενδοκρινολόγο για έλεγχο θυρεοειδούς που πήγαινα τυπικά από τα 7. Δεν έπαιρνα αγωγή και δεν υπήρχε πλέον συγκεκριμένη ανησυχία. Δεν ήμουν παιδί που αντιδρούσε σε γιατρούς όμως πριν τα ραντεβού με εκείνον πάντα θυμάμαι να νιώθω μεγάλη δυσφορία, σπίτι να κλαίω, να φωνάζω και να αρνούμαι να πάω. Στην τελευταία επίσκεψη ζήτησα από τη μαμά μου να πει στο γιατρό να εξετάσει μόνο το λαιμό και πουθενά αλλού. Εκείνος όταν το άκουσε γέλασε απαντώντας ότι “ο λαιμός μόνο δεν δείχνει τίποτα” αγνοώντας το. Με έβαλε να ξαπλώσω και είπε στη μαμά μου να βγει έξω (πάντα έμενε και στεκόταν στην άκρη) αφήνοντάς με μόνη μαζί του. Στην εξέταση σηκώνοντας τη μπλούζα μου εξέτασε το στήθος μου και αφού ψηλάφισε την κοιλιά γλίστρησε γρήγορα την παλάμη του μέσα στο λάστιχο του παντελονιού μου σηκώνοντας το πάνω. Θυμάμαι μου είχε φανεί απότομο και η επαφή περίεργη. Τα έκανε όλα χωρίς να μου μιλάει, χωρίς προετοιμασία ή εξήγηση. Όταν τελειώσαμε και έκατσα στο κρεβάτι, μου λέει χαμογελώντας “Τριχούλες έχουμε;” Πριν προλάβω να απαντήσω έπιασε το λάστιχο του σορτς μου αιφνίδια και το τράβηξε κάτω. Τινάχτηκα και έκανα αμέσως να το σηκώσω. Εκείνος κοίταξε λίγο και όταν το άφησε -εγώ αλαφιασμένη- σήκωσε τα χέρια γελώντας, λέγοντας “εντάξει εντάξει.” Πριν βγούμε στο γραφείο που περίμεναν οι γονείς μου μου λέει “Είδες; Δε σου έκανα και τίποτα”, ενώ έξω τους έκανε σχόλιο για το πώς ‘είχα αρχίσει να ελίσσομαι’. Όλη του η στάση, το γλοιώδες βλέμμα-χαμόγελο όταν με εξέταζε, η ειρωνεία προς τους γονείς, με έκανε να νιώσω πολύ εκτεθειμένη χωρίς κανέναν έλεγχο στο σώμα μου. Ως παιδί ίσως δεν μπορούσα να το εκφράσω αλλά ως ενήλικη νιώθω ότι ο τρόπος του ξεπέρασε τα επαγγελματικά όρια και ξέρω ότι τον βίωσα ως σεξουαλικά παραβιαστικό. Είχε επίδραση μακροχρόνια στη σχέση με το σώμα μου, την ιατρική φροντίδα και την έννοια της συναίνεσης. Θεωρώ σημαντικό να αναγνωρίζονται τέτοιες εμπειρίες ακόμη κι αν φαίνονται ασήμαντες ή δεν μπορούν να αποδειχθούν ή να καταγγελθούν επίσημα.
